cavity
ca
ˈkæ
vi
vi
ty
ti
ti
depravity

Ορισμός και σημασία του "cavity"στα αγγλικά

01

κοιλότητα, τερηδόνα

a hole in a tooth that is caused by decay 
cavity definition and meaning
Παραδείγματα
The dentist found a small cavity on her molar during the routine checkup. 

Ο οδοντίατρος βρήκε μια μικρή κουφάλα στο τραπεζίτη της κατά τη διάρκεια της ρουτίνας εξέτασης.

02

κοιλότητα, κούφωμα

a natural empty space or hollow area inside the body 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cavities
Παραδείγματα
Air passes through the nasal cavity when breathing. 

Ο αέρας περνάει από τη κοιλότητα της μύτης κατά την αναπνοή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cavity
cave
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store