caveat
Pronunciation
/ˈkeɪviˌæt/

Ορισμός και σημασία του "caveat"στα αγγλικά

01

προειδοποίηση, προφύλαξη

a warning against certain acts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caveats
02

προειδοποίηση, ειδοποίηση αναστολής

(law) a formal notice filed with a court or officer to suspend a proceeding until filer is given a hearing
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store