Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Caveat
01
προειδοποίηση, προφύλαξη
a warning against certain acts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caveats
02
προειδοποίηση, ειδοποίηση αναστολής
(law) a formal notice filed with a court or officer to suspend a proceeding until filer is given a hearing



























