Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cave in
[phrase form: cave]
01
υποχωρώ, παραδίνομαι
to finally agree to something, even if one were against it at first
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
cave
ενεστώτας
cave in
γ΄ ενικό πρόσωπο
caves in
ενεστώτα μετοχή
caving in
απλός αόριστος
caved in
παθητική μετοχή
caved in
Παραδείγματα
The team held firm, but after prolonged negotiations, they finally caved in to the demands of the opposing party.
Η ομάδα κράτησε γερά, αλλά μετά από παρατεταμένες διαπραγματεύσεις, τελικά υποχώρησαν στις απαιτήσεις του αντιπάλου.
02
καταρρέω, καταπίπτω
to collapse toward the center
Παραδείγματα
The old mine tunnel finally caved in after years of erosion.
Το παλιό ορυχείο τελικά κατέρρευσε μετά από χρόνια διάβρωσης.
Cave in
01
κατάρρευση, καθίζηση
the sudden collapse of something into a hollow beneath it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cave-ins



























