Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cave in
01
υποχωρώ, παραδίνομαι
to finally agree to something, even if one were against it at first
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
cave
ενεστώτας
cave in
γ΄ ενικό πρόσωπο
caves in
ενεστώτα μετοχή
caving in
απλός αόριστος
caved in
παθητική μετοχή
caved in
Παραδείγματα
After hours of debate, they caved in and accepted the proposal.
Μετά από ώρες συζήτησης, υποχώρησαν και δέχτηκαν την πρόταση.
02
καταρρέω, καταπίπτω
to collapse toward the center
Παραδείγματα
The roof caved in during the heavy rainstorm.
Η στέγη κατέρρευσε κατά τη διάρκεια της ισχυρής καταιγίδας.
Cave in
01
κατάρρευση, καθίζηση
the sudden collapse of something into a hollow beneath it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cave-ins



























