to cauterize
Pronunciation
/ˈkɔtɝaɪz/

Ορισμός και σημασία του "cauterize"στα αγγλικά

to cauterize
01

καυτηριάζω, καίω για σφράγιση

to burn or seal a wound or tissue, typically to prevent infection and stop bleeding
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cauterize
γ΄ ενικό πρόσωπο
cauterizes
ενεστώτα μετοχή
cauterizing
απλός αόριστος
cauterized
παθητική μετοχή
cauterized
Παραδείγματα
The surgeon had to cauterize a small blood vessel during the operation to stop the bleeding.
Ο χειρουργός έπρεπε να καυτηριάσει ένα μικρό αιμοφόρο αγγείο κατά τη διάρκεια της εγχείρησης για να σταματήσει την αιμορραγία.
02

καυτηριάζω, αποτσουχίζω

make insensitive or callous; deaden feelings or morals

Λεξικό Δέντρο

cauterize
cauter
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store