Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cauterize
01
καυτηριάζω, καίω για σφράγιση
to burn or seal a wound or tissue, typically to prevent infection and stop bleeding
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cauterize
γ΄ ενικό πρόσωπο
cauterizes
ενεστώτα μετοχή
cauterizing
απλός αόριστος
cauterized
παθητική μετοχή
cauterized
Παραδείγματα
The surgeon had to cauterize a small blood vessel during the operation to stop the bleeding.
Ο χειρουργός έπρεπε να καυτηριάσει ένα μικρό αιμοφόρο αγγείο κατά τη διάρκεια της εγχείρησης για να σταματήσει την αιμορραγία.
02
καυτηριάζω, αποτσουχίζω
make insensitive or callous; deaden feelings or morals
Λεξικό Δέντρο
cauterize
cauter



























