cauliflower ear
cau
ˈkɒ
ko
lif
lɪf
lif
lower
laʊə
lawe
ear
ɪə
ie

Ορισμός και σημασία του "cauliflower ear"στα αγγλικά

Cauliflower ear
01

αυτί κουνουπίδι, αυτί του παλαιστή

a deformity of the outer ear caused by repeated trauma, particularly common in contact sports like wrestling and boxing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cauliflower ears
Παραδείγματα
The wrestler developed cauliflower ear after years of grappling without protective headgear. 

Ο παλαιστής ανέπτυξε κουνουπίδι αυτί μετά από χρόνια πάλης χωρίς κράνος προστασίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store