Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Catwalk
01
κατάβαση, πιστάλι των μοντέλων
a runway or passage that models walk on in front of the audience during a fashion show
Dialect
British
Παραδείγματα
The models strutted confidently down the catwalk.
Τα μοντέλα περπάτησαν με αυτοπεποίθηση στην πιστίνα.
02
καντάν, διαδρομή σέρβις
a narrow, elevated platform used to access and manage equipment above a stage or audience
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
catwalks
Παραδείγματα
The lighting technician climbed the catwalk to adjust the stage lights.
Ο τεχνικός φωτισμού ανέβηκε στη γέφυρα για να ρυθμίσει τα φώτα της σκηνής.
Λεξικό Δέντρο
catwalk
cat
walk



























