Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to catch on
01
καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
to understand a concept
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
catch
ενεστώτας
catch on
γ΄ ενικό πρόσωπο
catches on
ενεστώτα μετοχή
catching on
απλός αόριστος
caught on
παθητική μετοχή
caught on
Παραδείγματα
The children were confused by the rules of the game, but after a few rounds, they began to catch on and play with enthusiasm.
Τα παιδιά μπερδεύτηκαν με τους κανόνες του παιχνιδιού, αλλά μετά από μερικούς γύρους, άρχισαν να καταλαβαίνουν και να παίζουν με ενθουσιασμό.
02
πιάσει, γίνεται δημοφιλές
(of a concept, trend, or idea) to become popular
Παραδείγματα
His music did n’t catch on until years after its release.
Η μουσική του δεν πήρε μέχρι χρόνια μετά την κυκλοφορία της.



























