to catch on
catch
kæʧ
kāch
on
ɒn
on

Ορισμός και σημασία του "catch on"στα αγγλικά

to catch on
01

καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι

to understand a concept 
to catch on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
catch
ενεστώτας
catch on
γ΄ ενικό πρόσωπο
catches on
ενεστώτα μετοχή
catching on
απλός αόριστος
caught on
παθητική μετοχή
caught on
Παραδείγματα
It took a few tries, but eventually, she caught on to the intricacies of the challenging puzzle. 

Χρειάστηκαν μερικές προσπάθειες, αλλά τελικά, κατάλαβε τις πολυπλοκότητες του δύσκολου παζλ.

02

πιάσει, γίνεται δημοφιλές

(of a concept, trend, or idea) to become popular 
Παραδείγματα
The new diet fad is catching on, attracting individuals seeking a healthier lifestyle. 

Η νέα δίαιτα μόδα πιαίνει, προσελκύοντας άτομα που αναζητούν έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store