catalyst
ca
ˈkæ
ta
lyst
lɪst
list

Ορισμός και σημασία του "catalyst"στα αγγλικά

01

καταλύτης, ενεργοποιητής

(chemistry) a substance that causes a chemical reaction to happen at a faster rate without undergoing any chemical change itself 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
catalysts
Παραδείγματα
Enzymes are naturally occurring biological catalysts that allow complex metabolic reactions to proceed efficiently in living cells. 

Τα ένζυμα είναι φυσικά βιολογικά καταλύτες που επιτρέπουν σε πολύπλοκες μεταβολικές αντιδράσεις να προχωρούν αποτελεσματικά σε ζωντανά κύτταρα.

02

καταλύτης, σκανδάλη

a person, thing, or event that provokes or accelerates change or activity by introducing new perspectives or actions 
Παραδείγματα
The new policy acted as a catalyst for reform within the organization. 

Η νέα πολιτική ενήργησε ως καταλύτης για τη μεταρρύθμιση εντός του οργανισμού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store