Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cataclysm
01
κατακλυσμός, φυσική καταστροφή
a sudden, violent natural disaster that drastically alters the earth's landscape
Παραδείγματα
Scientists point to an asteroid or comet impact as the leading theory for the cataclysm that wiped out the dinosaurs.
Οι επιστήμονες υποδεικνύουν την πρόσκρουση αστεροειδή ή κομήτη ως την κύρια θεωρία για την κατακλυσμική καταστροφή που εξάλειψε τους δεινόσαυρους.
02
κατακλυσμός, συμφορά
a sudden or disastrous event that destroys or changes a whole region or system
Παραδείγματα
The earthquake was a cataclysm that reshaped the landscape and devastated the city.
Ο σεισμός ήταν μια κατακλυσμική καταστροφή που άλλαξε το τοπίο και κατέστρεψε την πόλη.
Λεξικό Δέντρο
cataclysmal
cataclysmic
cataclysm



























