Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cast iron
01
χυτοσίδηρος, χυτοσίδηρο
iron melted and poured into a mold, known for durability and heat retention, used in cookware and industry
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Grandma's cast iron skillet was passed down through generations and still cooks like a charm.
Το τηγάνι χυτοσιδήρου της γιαγιάς πέρασε από γενιά σε γενιά και ακόμα μαγειρεύει τέλεια.



























