cashew
ca
ˈkæ
shew
ʃu:
shoo

Ορισμός και σημασία του "cashew"στα αγγλικά

01

κάσιους, ξηρός καρπός κάσιους

a small nut that is curved and is high in protein 
cashew definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cashews
Παραδείγματα
As a chef, I love using cashews to create creamy vegan sauces that are both delicious and nutritious. 

Ως σεφ, λατρεύω να χρησιμοποιώ κάσιους για να δημιουργώ κρεμώδη βίγκαν σάλτσες που είναι τόσο νόστιμες όσο και θρεπτικές.

02

κάσιους, δέντρο κάσιους

tropical American evergreen tree bearing kidney-shaped nuts that are edible only when roasted 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store