Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Case law
01
νομολογία, δικαστική πρακτική
the body of law formed by judicial decisions and precedents established in past court cases, used as a basis for deciding similar issues in subsequent legal proceedings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The court 's decision was influenced by relevant case law that established a precedent in similar situations.
Η απόφαση του δικαστηρίου επηρεάστηκε από τη σχετική νομολογία που καθόρισε ένα προηγούμενο σε παρόμοιες καταστάσεις.
02
νομολογία, δικαστική πρακτική
a system of jurisprudence based on judicial precedents rather than statutory laws



























