Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carver
01
γλύπτης, ξυλογλύπτης
an artist who creates sculptures and decorative objects by carving them from a material such as wood, stone, or ivory
02
τεμαχιστής, κόφτης κρέατος
someone who carves the meat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carvers
03
καρέκλα με μπράτσα, καρέκλα συμποσίου
a type of dining chair with arms, usually placed at the head of the table
Λεξικό Δέντρο
carver
carve



























