Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to carve up
01
διαιρώ, τμηματοποιώ
separate into parts or portions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
carve
ενεστώτας
carve up
γ΄ ενικό πρόσωπο
carves up
ενεστώτα μετοχή
carving up
απλός αόριστος
carved up
παθητική μετοχή
carved up



























