to carve up
carve
kɑ:v
kaav
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "carve up"στα αγγλικά

to carve up
01

διαιρώ, τμηματοποιώ

separate into parts or portions 
to carve up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
carve
ενεστώτας
carve up
γ΄ ενικό πρόσωπο
carves up
ενεστώτα μετοχή
carving up
απλός αόριστος
carved up
παθητική μετοχή
carved up
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store