Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cart
01
καλάθι, καροτσάκι
a vehicle with two or four wheels that we use to carry heavy objects while shopping
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carts
Παραδείγματα
He added several items to his online shopping cart.
Πρόσθεσε πολλά αντικείμενα στο ηλεκτρονικό καλάκι αγορών του.
02
αρόμαξα, καροτσάκι
a simple, two-wheeled vehicle typically drawn by a horse or other animal, used for transporting goods and people
Παραδείγματα
The farmer loaded the cart with fresh produce for the market.
Ο αγρότης φόρτωσε το καροτσάκι με φρέσκα προϊόντα για την αγορά.
to cart
01
μεταφέρω, κυκλοφορώ
to convey or move goods using a wheeled vehicle
Transitive: to cart sth somewhere
Παραδείγματα
The farmer carts fresh produce from the fields to the market every morning.
Ο αγρότης μεταφέρει φρέσκα προϊόντα από τα χωράφια στην αγορά κάθε πρωί.
02
μεταφέρω, κινώ με προσπάθεια
to move or convey a heavy object with effort
Transitive: to cart sth somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
cart
γ΄ ενικό πρόσωπο
carts
ενεστώτα μετοχή
carting
απλός αόριστος
carted
παθητική μετοχή
carted
Παραδείγματα
The moving crew carted furniture up several flights of stairs to the new apartment.
Η ομάδα μετακόμισης μετέφερε έπιπλα ανεβαίνοντας πολλά σκαλοπάτια στο νέο διαμέρισμα.
Λεξικό Δέντρο
cartage
cart



























