carryall
Pronunciation
/kˈæɹɪˌɔːl/

Ορισμός και σημασία του "carryall"στα αγγλικά

01

μία μεγάλη τσάντα, ένα ευρύ καλάθι

a capacious bag or basket
carryall definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carryalls
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store