Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to carry forward
01
μεταφέρω, μεταβιβάζω
to save something for later use or consideration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
forward
βασικό ρήμα
carry
ενεστώτας
carry forward
γ΄ ενικό πρόσωπο
carries forward
ενεστώτα μετοχή
carrying forward
απλός αόριστος
carried forward
παθητική μετοχή
carried forward
Παραδείγματα
I carried forward the skills I learned in my previous job to excel in my new role.
Μετέφερα τις δεξιότητες που έμαθα στην προηγούμενη δουλειά μου για να διακριθώ στον νέο μου ρόλο.
02
μεταφέρω
to save a certain amount of money to use in future financial calculations or planning
Παραδείγματα
In accounting, you need to carry the balance forward to the next month.
Στη λογιστική, πρέπει να μεταφέρετε το υπόλοιπο στον επόμενο μήνα.
03
προχωρώ, εξελίσσομαι
to make significant progress in a particular task or project
Παραδείγματα
The team's dedication helped carry forward the development of the new software.
Η αφοσίωση της ομάδας βοήθησε να προωθηθεί η ανάπτυξη του νέου λογισμικού.



























