Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
carroty
01
κοκκινωπό-πορτοκαλί, καροτί
(of hair) reddish-orange in color
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most carroty
συγκριτικός βαθμός
more carroty
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
color, hair, appearance
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
carroty
carrot



























