carrot
car
kɑ:r
καρ
rot
rɑt
ρατ
/ˈkærət/

Ορισμός και σημασία του "carrot"στα αγγλικά

01

καρότο, καρότο

a long orange vegetable that grows beneath the ground and is eaten cooked or raw
carrot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carrots
Παραδείγματα
We went to the farmer 's market and bought a bunch of fresh carrots to make carrot cake.
Πήγαμε στη λαϊκή αγορά και αγοράσαμε ένα μάτσο φρέσκα καρότα για να φτιάξουμε κέικ καρότου.
02

καρότο, δόλωμα

something offered to someone as a means of persuasion
03

καρότο, πορτοκαλί ρίζα

orange root; important source of carotene
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store