carping
car
ˈkɑ:
kaa
ping
pɪng
ping
campingcaringcarvingcarting

Ορισμός και σημασία του "carping"στα αγγλικά

01

μικροπρεπής κριτική, γκρίνια

a constant finding of small faults or griping over minor issues instead of offering solutions 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
carpings
Παραδείγματα
Instead of constructive feedback, his carping only created tension among the team. 

Αντί για εποικοδομητική ανατροφοδότηση, οι γρινιές του δημιούργησαν μόνο ένταση στην ομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

carping
carp
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store