Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
carnivorous
01
σαρκοφάγος
(of plants or animals) feeding on the meat or flesh of other animals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most carnivorous
συγκριτικός βαθμός
more carnivorous
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Lions are carnivorous predators that primarily hunt and eat other animals.
Οι λιοντάρια είναι σαρκοφάγα αρπακτικά που κυρίως κυνηγούν και τρώνε άλλα ζώα.
02
σαρκοφάγος, αρπακτικός
having traits or characteristics typical of meat-eating predators
Παραδείγματα
Her carnivorous glare intimidated the competitors.
Το σαρκοβόρο βλέμμα της τρόμαξε τους ανταγωνιστές.
Λεξικό Δέντρο
carnivorous
carnivore



























