Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carmine
01
καρμίν, ζωηρό κόκκινο
a variable color averaging a vivid red
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carmines
to carmine
01
βάφω καρμίν, χρωματίζω καρμίν
color carmine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
carmine
γ΄ ενικό πρόσωπο
carmines
ενεστώτα μετοχή
carmining
απλός αόριστος
carmined
παθητική μετοχή
carmined
carmine
01
καρμίν, καριμνοκόκκινο
having a rich red color with a slight shade of purple
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most carmine
συγκριτικός βαθμός
more carmine
διαβαθμίσιμο



























