Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
careless
01
απρόσεκτος, αμελής
not paying enough attention to what we are doing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most careless
συγκριτικός βαθμός
more careless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He is a careless eater and often spills food on his clothes.
Είναι ένας απρόσεκτος τρώγων και συχνά χύνει φαγητό στα ρούχα του.
02
απερίσκεπτος, φυσικός
effortless and unstudied
2.1
απρόσεκτος, αδιάφορος
(usually followed by `of') without due thought or consideration
Λεξικό Δέντρο
carelessly
carelessness
careless
care



























