Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cardiomyopathy
01
καρδιομυοπάθεια
a medical condition where the heart muscle becomes weakened, enlarged, or stiff, leading to impaired heart function
Παραδείγματα
Dilated cardiomyopathy is characterized by the enlargement of the heart chambers, reducing its pumping ability.
Η διαστολική καρδιομυοπάθεια χαρακτηρίζεται από τη διεύρυνση των κοιλιών της καρδιάς, μειώνοντας την αντλητική της ικανότητα.



























