Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cardiologist
01
καρδιολόγος
a medical doctor who specializes in the diagnosis and treatment of heart-related conditions and diseases
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cardiologists
Παραδείγματα
The cardiologist examined the patient's heart to identify any potential issues.
Ο καρδιολόγος εξέτασε την καρδιά του ασθενούς για να εντοπίσει τυχόν πιθανά προβλήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cardiologist
cardiology
cardio



























