carcass
Pronunciation
/ˈkɑɹkəs/

Ορισμός και σημασία του "carcass"στα αγγλικά

01

κουφάρι, σκελετός

an animal's dead body, particularly one about to be food for other animals or humans
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carcasses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store