Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carcass
01
κουφάρι, σκελετός
an animal's dead body, particularly one about to be food for other animals or humans
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carcasses



























