carcajou
car
ˈkɑ:
kaa
ca
jou
ˌʒu:
zhoo

Ορισμός και σημασία του "carcajou"στα αγγλικά

01

καρκαζού

stocky shaggy-coated North American carnivorous mammal 
carcajou definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
carcajous

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store