Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carcajou
01
καρκαζού
stocky shaggy-coated North American carnivorous mammal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
carcajous
LanGeek



























