Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
carbonated
01
ανθρακούχο, αφρώδες
a liquid that has been infused with carbon dioxide gas, creating bubbles and giving it a fizzy texture and taste
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most carbonated
συγκριτικός βαθμός
more carbonated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
beverages, chemistry, texture
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
noncarbonated
uncarbonated
carbonated
carbonate
carbon



























