Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to carbonate
01
ανθρακώνω, γαζώνω
to add carbon dioxide to something, often to make it fizzy or create a chemical change
Transitive: to carbonate a liquid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
carbonate
γ΄ ενικό πρόσωπο
carbonates
ενεστώτα μετοχή
carbonating
απλός αόριστος
carbonated
παθητική μετοχή
carbonated
Παραδείγματα
The plan is to carbonate the homemade lemonade for a fizzy taste.
Το σχέδιο είναι να ανθρακιώσουμε τη σπιτική λεμονάδα για μια αφρώδη γεύση.
02
ανθρακώνω, μετατρέπω σε ανθρακικό
to convert a substance into a carbonate compound by reacting with carbon dioxide or a carbonate source
Transitive: to carbonate a substance or solution
Παραδείγματα
The laboratory experiment involved carbonating the solution by introducing carbon dioxide gas into it.
Το πείραμα του εργαστηρίου περιλάμβανε την ανθρακικόωση του διαλύματος με την εισαγωγή αερίου διοξειδίου του άνθρακα σε αυτό.
Carbonate
01
ανθρακικό, άλας ή εστέρα του ανθρακικού οξέος (που περιέχει το ανιόν CO3)
a salt or ester of carbonic acid (containing the anion CO3)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carbonates
Λεξικό Δέντρο
carbonated
carbonation
decarbonate
carbonate
carbon



























