caravan
Pronunciation
/ˈkæɹəˌvæn/, /ˈkɛɹəˌvæn/

Ορισμός και σημασία του "caravan"στα αγγλικά

01

καραβάνι, κομβόι

a group of vehicles, animals, or people traveling together in a line, often for safety or trade
caravan definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caravans
Παραδείγματα
Tourists followed the caravan through the national park.
Οι τουρίστες ακολούθησαν την καραβάν μέσα από το εθνικό πάρκο.
02

τραιλερ, καραβάν

a vehicle that is pulled by a car, in which people can sleep and live, used particularly for traveling and camping
caravan definition and meaning
Παραδείγματα
They rented a spacious caravan for their road trip through Europe.
Νοίκιασαν έναν ευρύχωρο τροχόσπιτο για το ταξίδι τους στην Ευρώπη.
to caravan
01

ταξιδεύω με καραβάνι, κινώ σε καραβάνι

to travel as part of a caravan
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
caravan
γ΄ ενικό πρόσωπο
caravans
ενεστώτα μετοχή
caravanning
απλός αόριστος
caravanned
παθητική μετοχή
caravanned
Παραδείγματα
Tourists caravanned through the national park in jeeps.
Οι τουρίστες καραβάνιασαν μέσα από το εθνικό πάρκο με τζιπ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store