Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Caravan
01
καραβάνι, κομβόι
a group of vehicles, animals, or people traveling together in a line, often for safety or trade
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caravans
Παραδείγματα
A caravan of camels crossed the desert at dawn.
Μια καραβάνι καμηλών διέσχισε την έρημο την αυγή.
02
τραιλερ, καραβάν
a vehicle that is pulled by a car, in which people can sleep and live, used particularly for traveling and camping
Παραδείγματα
They traveled across the country in a caravan equipped with beds and a kitchenette.
Ταξίδεψαν σε όλη τη χώρα με ένα τραίνο σπιτιών εξοπλισμένο με κρεβάτια και μια μικρή κουζίνα.
to caravan
01
ταξιδεύω με καραβάνι, κινώ σε καραβάνι
to travel as part of a caravan
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
caravan
γ΄ ενικό πρόσωπο
caravans
ενεστώτα μετοχή
caravanning
απλός αόριστος
caravanned
παθητική μετοχή
caravanned
Παραδείγματα
Merchants caravanned across the desert to reach distant markets.
Οι έμποροι ταξίδευαν σε καραβάνι μέσα από την έρημο για να φτάσουν σε μακρινές αγορές.



























