Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Caravan
01
καραβάνι, κομβόι
a group of vehicles, animals, or people traveling together in a line, often for safety or trade
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caravans
Παραδείγματα
Tourists followed the caravan through the national park.
Οι τουρίστες ακολούθησαν την καραβάν μέσα από το εθνικό πάρκο.
to caravan
01
ταξιδεύω με καραβάνι, κινώ σε καραβάνι
to travel as part of a caravan
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
caravan
γ΄ ενικό πρόσωπο
caravans
ενεστώτα μετοχή
caravanning
απλός αόριστος
caravanned
παθητική μετοχή
caravanned
Παραδείγματα
Tourists caravanned through the national park in jeeps.
Οι τουρίστες καραβάνιασαν μέσα από το εθνικό πάρκο με τζιπ.



























