Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carassius auratus
01
χρυσόψαρο, καρασσιός
small golden or orange-red freshwater fishes of Eurasia used as pond or aquarium fishes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
carassius auratus
LanGeek



























