Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carapace
01
καραπάξ, όστρακο
a rigid covering that shields the back or upper body of creatures like turtles, crabs, and beetles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carapaces
Παραδείγματα
The turtle retracted into its carapace at the first sign of danger.
Η χελώνα υποχώρησε στο καβούκι της στο πρώτο σημάδι κινδύνου.



























