carapace
ca
ˈkæ
ra
pace
peɪs
peis

Ορισμός και σημασία του "carapace"στα αγγλικά

01

καραπάξ, όστρακο

a rigid covering that shields the back or upper body of creatures like turtles, crabs, and beetles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
carapaces
Παραδείγματα
The turtle retracted into its carapace at the first sign of danger. 

Η χελώνα υποχώρησε στο καβούκι της στο πρώτο σημάδι κινδύνου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store