carpool
car
kɑ:
κα
pool
pul
πουλ

Ορισμός και σημασία του "carpool"στα αγγλικά

01

συμπαραπομπή, κοινή χρήση αυτοκινήτου

a group of people sharing a car where each person takes turns to be the driver 
carpool definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
carpools

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store