capsize
cap
ˈkæp
καιπ
size
ˌsaɪz
σαιζ
/kˈæpsa‌ɪz/
capsise

Ορισμός και σημασία του "capsize"στα αγγλικά

to capsize
01

αναποδογυρίζω, κάνω να αναποδογυρίσει

(of a boat) to be overturned or to cause it to overturn
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
capsize
γ΄ ενικό πρόσωπο
capsizes
ενεστώτα μετοχή
capsizing
απλός αόριστος
capsized
παθητική μετοχή
capsized

Λεξικό Δέντρο

capsizing
capsize

cap

+

size

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store