caprice
cap
ˈkæp
kāp
rice
raɪs
rais
devriesdeceasesurceasegrease

Ορισμός και σημασία του "caprice"στα αγγλικά

01

καπρίτσιο, ιδιοτροπία

a sudden and unpredictable change in mood, behavior, or decision 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caprices
Παραδείγματα
His decision to quit was a caprice, not a calculated move. 

Η απόφασή του να παραιτηθεί ήταν μια ιδιοτροπία, όχι μια υπολογισμένη κίνηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store