Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Capitulation
01
συνθηκολόγηση
the act of not resisting something anymore and agreeing to it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
capitulations
Παραδείγματα
His capitulation to the terms of the contract was a major turning point in the negotiation.
Η συνθηκολόγησή του στους όρους της σύμβασης ήταν ένα σημαντικό σημείο καμπής στη διαπραγμάτευση.
02
συνθηκολόγηση
a summary that enumerates the main parts of a topic
03
συνθηκολόγιο
a document containing the terms of surrender
Λεξικό Δέντρο
capitulation
capitulate



























