capitulation
Pronunciation
/kəˌpɪtʃəˈɫeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "capitulation"στα αγγλικά

01

συνθηκολόγηση

the act of not resisting something anymore and agreeing to it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
capitulations
Παραδείγματα
Her capitulation to the strict diet plan was essential for her health goals.
Η συνθηκολόγησή της στο αυστηρό σχέδιο διατροφής ήταν απαραίτητη για τους στόχους της υγείας.
02

συνθηκολόγηση

a summary that enumerates the main parts of a topic
03

συνθηκολόγιο

a document containing the terms of surrender
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store