Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to capitulate
01
παραδίνομαι, υποχωρώ
to surrender after negotiation or when facing overwhelming pressure
Intransitive: to capitulate | to capitulate to a force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
capitulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
capitulates
ενεστώτα μετοχή
capitulating
απλός αόριστος
capitulated
παθητική μετοχή
capitulated
Παραδείγματα
The army finally capitulated after weeks of intense fighting.
Ο στρατός τελικά συνθηκολόγησε μετά από εβδομάδες έντονων μαχών.
Λεξικό Δέντρο
capitulation
capitulate



























