Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to capitulate
01
παραδίνομαι, υποχωρώ
to surrender after negotiation or when facing overwhelming pressure
Intransitive: to capitulate | to capitulate to a force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
capitulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
capitulates
ενεστώτα μετοχή
capitulating
απλός αόριστος
capitulated
παθητική μετοχή
capitulated
Παραδείγματα
The kingdom refused to capitulate despite mounting losses.
Το βασίλειο αρνήθηκε να συνθηκολογήσει παρά τις αυξανόμενες απώλειες.
Λεξικό Δέντρο
capitulation
capitulate



























