capitol
ca
ˈkæ
και
pitol
pɪtl
πιτλ
capital

Ορισμός και σημασία του "capitol"στα αγγλικά

01

καπιτώλιο, κτήριο της κυβέρνησης

a statehouse where the government officials meet to make laws 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
capitols
1.1

Καπιτώλιο, κτίριο του Καπιτωλίου

a building in Washington DC where the Congress assembles 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store