Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Capitol
01
καπιτώλιο, κτήριο της κυβέρνησης
a statehouse where the government officials meet to make laws
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
capitols
1.1
Καπιτώλιο, κτίριο του Καπιτωλίου
a building in Washington DC where the Congress assembles



























