Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Capacitance
01
χωρητικότητα
an electrical device characterized by its capacity to store an electric charge
02
χωρητικότητα, capacitance
(electronics) the ability of a component or device to store an electric charge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
capacitances
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
capacitance
capacit



























