to cap off
cap
kæp
kāp
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "cap off"στα αγγλικά

to cap off
01

στέφω, ολοκληρώνω επιτυχώς

to bring something to a successful or impressive conclusion 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
cap
ενεστώτας
cap off
γ΄ ενικό πρόσωπο
caps off
ενεστώτα μετοχή
capping off
απλός αόριστος
capped off
παθητική μετοχή
capped off
Παραδείγματα
She capped off her career with a final brilliant performance. 

Εκείνη στέφθηκε την καριέρα της με μια τελευταία λαμπρή παράσταση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store