to cap off
Pronunciation
/kˈæp ˈɔf/

Ορισμός και σημασία του "cap off"στα αγγλικά

to cap off
01

στέφω, ολοκληρώνω επιτυχώς

to bring something to a successful or impressive conclusion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
cap
ενεστώτας
cap off
γ΄ ενικό πρόσωπο
caps off
ενεστώτα μετοχή
capping off
απλός αόριστος
capped off
παθητική μετοχή
capped off
Παραδείγματα
We capped off our trip with a visit to the beach.
Ολοκληρώσαμε το ταξίδι μας με μια επίσκεψη στην παραλία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store