Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to adorn
01
διακοσμώ, στολίζω
to make something more beautiful by decorating it with attractive elements
Transitive: to adorn sth with sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
adorn
γ΄ ενικό πρόσωπο
adorns
ενεστώτα μετοχή
adorning
απλός αόριστος
adorned
παθητική μετοχή
adorned
Παραδείγματα
She adorned her neck with a stunning necklace for the special occasion.
Διακόσμησε το λαιμό της με ένα εντυπωσιακό κολιέ για την ειδική περίσταση.
02
διακοσμώ, ομορφαίνω
to enhance the beauty, elegance, or visual appeal of something
Transitive: to adorn sth
Παραδείγματα
Delicate lace curtains adorned the windows of the Victorian-style mansion.
Λεπτές κουρτίνες από δαντέλα διακοσμούσαν τα παράθυρα της βικτοριανής μανσάρδας.
Λεξικό Δέντρο
adorned
adornment
adorn



























