cantilever
Pronunciation
/kˈæntᵻlˌiːvɚ/

Ορισμός και σημασία του "cantilever"στα αγγλικά

01

προβόλου, μεταλλική ή ξύλινη ράβδος που είναι στερεωμένη σε τοίχο μόνο από το ένα άκρο

a long metal or wooden bar that is fixed to a wall at just one end and sticks out of it, used to hold a structure such as a bridge or shelf in place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cantilevers
02

cantilever, figura στο καλλιτεχνικό πατινάζ όπου ο πατινέρ κλίνει οριζόντια σε ένα πόδι

a move in figure skating where the skater leans out horizontally from one leg
Παραδείγματα
The judges awarded high scores for the skater 's innovative use of the cantilever.
Οι κριτές απένειμαν υψηλούς βαθμούς για την καινοτόμο χρήση του cantilever από τον πατινέρ.
to cantilever
01

κατασκευάζω ως προβόλου, φτιάχνω ως καντιλιβέρ

construct with girders and beams such that only one end is fixed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cantilever
γ΄ ενικό πρόσωπο
cantilevers
ενεστώτα μετοχή
cantilevering
απλός αόριστος
cantilevered
παθητική μετοχή
cantilevered
02

προεξέχω ως κονσόλα, προεξέχω ως αμφιέρειστος δοκός

project as a cantilever
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store