to cannulate
ca
ˈkæ
και
nnu
njʊ
νγου
late
leɪt
λειτ
canulate

Ορισμός και σημασία του "cannulate"στα αγγλικά

to cannulate
01

καθετήρα εισάγω, εισάγω έναν σωλήνα

introduce a cannula or tube into 
to cannulate definition and meaning
02

καθετήριο, εισάγω κανουλά

one of the minute active bodies into which sporozoans divide in one stage of their life cycle 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cannulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
cannulates
ενεστώτα μετοχή
cannulating
απλός αόριστος
cannulated
παθητική μετοχή
cannulated

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cannulation
cannulate
cannula
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store