Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cannulate
01
καθετήρα εισάγω, εισάγω έναν σωλήνα
introduce a cannula or tube into
02
καθετήριο, εισάγω κανουλά
one of the minute active bodies into which sporozoans divide in one stage of their life cycle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cannulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
cannulates
ενεστώτα μετοχή
cannulating
απλός αόριστος
cannulated
παθητική μετοχή
cannulated
Λεξικό Δέντρο
cannulation
cannulate
cannula



























