adopted
a
ə
ē
dop
ˈdɒp
dop
ted
tɪd
tid
adapted

Ορισμός και σημασία του "adopted"στα αγγλικά

01

υιοθετημένος

being accepted as a child of someone who are not their own parents 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

adopted
adopt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store