Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adolescence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Adolescence is a time of rapid physical growth.
Η εφηβεία είναι μια περίοδος ταχείας σωματικής ανάπτυξης.
02
εφηβεία, νεότητα
the state of being in the transitional phase childhood and adulthood characterized by significant physical, emotional, and psychological changes
Παραδείγματα
In adolescence, individuals often struggle with their identity and self-concept.
Στην εφηβεία, τα άτομα συχνά αγωνίζονται με την ταυτότητα και την αυτοαντίληψή τους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
preadolescence
adolescence
adolesce



























