candidacy
can
ˈkæn
kān
di
di
da
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "candidacy"στα αγγλικά

01

υποψηφιότητα, υποψηφιότητα

the state of being a candidate in an election 
candidacy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
candidacies
Παραδείγματα
She announced her candidacy for mayor. 

Ανακοίνωσε την υποψηφιότητά της για δήμαρχος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

candidacy
candid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store