camas
ca
ˈkæ
mas
məs
mēs
commiskameez

Ορισμός και σημασία του "camas"στα αγγλικά

01

καμάσια, κουάμας

a flowering plant native to North America, known for its edible bulbs 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
camas
Παραδείγματα
My sister was enjoying a meal that included roasted camas bulbs. 

Η αδελφή μου απολάμβανε ένα γεύμα που περιλάμβανε ψημένους βολβούς camas.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store