Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to admire
01
θαυμάζω
to express respect toward someone or something often due to qualities, achievements, etc.
Transitive: to admire sb for a quality or achievement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
admire
γ΄ ενικό πρόσωπο
admires
ενεστώτα μετοχή
admiring
απλός αόριστος
admired
παθητική μετοχή
admired
Παραδείγματα
She admires her grandmother for her wisdom and strength in facing life's challenges.
Εκείνη θαυμάζει τη γιαγιά της για τη σοφία και τη δύναμή της στην αντιμετώπιση των προκλήσεων της ζωής.
02
θαυμάζω, κοιτάζω με θαυμασμό
to look at something with wonder, pleasure, or approval
Transitive: to admire sth
Παραδείγματα
She admired the breathtaking sunset over the ocean, mesmerized by its vibrant colors.
Θαύμαζε το εκπληκτικό ηλιοβασίλεμα πάνω από τον ωκεανό, μαγεμένη από τα ζωηρά του χρώματα.
Λεξικό Δέντρο
admirable
admired
admirer
admire



























