Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Calumny
01
συκοφαντία, δυσφήμιση
a damaging attack on a person's character or reputation
Παραδείγματα
He faced calumny from opponents who disagreed with his policies.
Αντιμετώπισε τη συκοφαντία από αντιπάλους που διαφωνούσαν με τις πολιτικές του.
1.1
συκοφαντία, δυσφήμιση
a false statement meant to misrepresent someone
Παραδείγματα
Journalists were careful to avoid publishing calumny.
Οι δημοσιογράφοι πρόσεχαν να αποφεύγουν τη δημοσίευση συκοφαντίας.
Λεξικό Δέντρο
calumnious
calumny



























