calumny
ca
ˈkæ
lum
ləm
lēm
ny
ni
ni

Ορισμός και σημασία του "calumny"στα αγγλικά

01

συκοφαντία, δυσφήμιση

a damaging attack on a person's character or reputation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
calumnies
Παραδείγματα
His political career was plagued by calumny. 

Η πολιτική του καριέρα ταλαιπωρήθηκε από τη συκοφαντία.

1.1

συκοφαντία, δυσφήμιση

a false statement meant to misrepresent someone 
Παραδείγματα
The lawsuit was filed over a calumny printed in the newspaper. 

Η αγωγή κατατέθηκε για μια συκοφαντία που τυπώθηκε στην εφημερίδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

calumnious
calumny
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store