Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Calorimetry
01
θερμιδομετρία, θερμιδομετρική μέτρηση
the scientific measurement of heat exchange in chemical or physical processes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Calorimetry measures the heat released or absorbed during a chemical reaction.
Η θερμιδομετρία μετρά τη θερμότητα που απελευθερώνεται ή απορροφάται κατά τη διάρκεια μιας χημικής αντίδρασης.
Λεξικό Δέντρο
calorimetry
calorimet



























